Καλαρρύτες, στα ίχνη του εποικισμού της Πίνδου | Contemporary Greek Cultural Landscapes:

WEB_AERIAL_KALARITES

Φωτογραφία Ν.Δ., 2002.

Καλαρρύτες, στα ίχνη του εποικισμού της Πίνδου

Στην αεροφωτογραφία εμφανίζονται οι Καλαρρύτες (υψόμετρο 1.200 μ.), πάνω στο χείλος της απότομης χαράδρας που διασχίζει ο Καλαρρύτικος ποταμός (βλ. Εικόνα 1). Στο βάθος ο ασβεστολιθικός όγκος του Περιστερίου (Λάκμος), σημείο μετάβασης από τη νότια στη βόρεια γεωτεκτονική ζώνη της οροσειράς της Πίνδου, που, προσδιορίζοντας τις γραμμές επικοινωνίας μεταξύ Ηπείρου και Θεσσαλίας, επηρέασε καίρια την οικονομική και ιστορική ταυτότητα του οικισμού.

Είναι δύσκολο σήμερα να αντιληφθούμε ότι αυτός ο οικισμός των μόλις 41 μόνιμων κατοίκων (βλ. Σχήμα 1 και Πίνακα 1), απομονωμένος μεταξύ των ορεινών όγκων της Πίνδου και των Τζουμέρκων, στις αρχές του 19ου αιώνα ήταν μία ακμάζουσα πολίχνη, οι κάτοικοι της οποίας ναύλωναν καράβια για να μεταφέρουν τα προϊόντα που παρήγαγαν, διατηρούσαν εμπορικούς οίκους στον ευρωπαϊκό και ευρύτερο οθωμανικό χώρο, μιλούσαν ξένες γλώσσες, γνώριζαν τις τιμές των χρηματιστηρίων των μεγάλων ευρωπαϊκών πόλεων, διατηρούσαν βιβλιοθήκες με αρχαία συγγράμματα και βιβλία στη γαλλική και  ιταλική γλώσσα.

Για την ιστορική ανάλυση, ωστόσο, οι Καλαρρύτες του 18ου αιώνα, όπου οι πλούσιοι έμποροι κατέχουν την κορυφή της κοινωνικής ιεραρχίας, οι τεχνίτες (χρυσικοί, ασημουργοί, ραφτάδες, τερζήδες, αγιογράφοι) συγκροτούν το μεσαίο στρώμα και οι αγωγιάτες και ποιμένες το κατώτατο, δεν αποτελούν παρά αντιπροσωπευτικό παράδειγμα μελέτης των περιβαλλοντικών,  οικονομικών, ιστορικών και πολιτισμικών όρων που συνέβαλαν στην ανοδική και κατόπιν την πτωτική πορεία των βλάχικων κοινωνιών της Πίνδου της οθωμανικής περιόδου.

Αρχικά οικισμός ποιμένων και καλλιεργητών, ευνοούμενος, σύμφωνα με τις αφηγηματικές πηγές, από το ειδικό καθεστώς που εξ αρχής παραχωρούν οι Οθωμανοί στην περιοχή του Μαλακασίου (δυτική πλευρά κεντρικής και νότιας Πίνδου), εξελίσσεται οικιστικά και δημογραφικά όταν η λειτουργία της κτηνοτροφίας - ως σημαντική οικονομική δραστηριότητα στο πλαίσιο του ανερχόμενου καπιταλισμού - εξελίσσεται σε διευρυμένη εμπορική δραστηριότητα εντός και εκτός της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Διαμορφώνεται έτσι το πρότυπο της ορεινής πόλης της Πίνδου, η οποία διεκδικεί την ανάπτυξή της μέσω του εμπορίου και της βιοτεχνίας.

Το έτος 1821 οριοθετεί την απαρχή της παρακμής του οικισμού. Η συμμετοχή του στα επαναστατικά γεγονότα της Ηπείρου επιφέρει την καταστροφή και την προσωρινή ερήμωσή του. Η μερική ανασυγκρότησή του, λίγα χρόνια αργότερα, καθιστά φανερή τη δημογραφική και κοινωνικοοικονομική ανατροπή που έχει συντελεστεί. Ο εμπορικός κόσμος, δημιούργημα του οθωμανικού οικονομικού περιβάλλοντος, αδυνατεί να προσαρμοστεί στις επερχόμενες πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις που λαμβάνουν χώρα κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα και αφανίζεται, ενώ η βιοτεχνική ομάδα, αν και συνεχίζει να υφίσταται, μειώνεται συνεχώς. Η εγκατάλειψη της γης, άμεσο επακόλουθο της πληθυσμιακής συρρίκνωσης (βλ. Πίνακα 1), δημιουργεί διαθεσιμότητα βοσκήσιμων γαιών, γεγονός που προσελκύει σημαντικό αριθμό κτηνοτροφικών οικογενειών. Μαζί με τις εναπομείνασες οικογένειες τεχνιτών, θέτουν τις βάσεις για τη δημογραφική ανάκαμψη του οικισμού στα τέλη του 19ου αιώνα. Οι οικοδομές που επισκευάζονται ή κτίζονται τότε καθορίζουν τη σημερινή αρχιτεκτονική ταυτότητα του οικισμού.

Η μετάβαση από την εμποριοβιοτεχνική πολίχνη του 18ου αιώνα στο κτηνοτροφικό χωριό του 19ου αιώνα καταγράφεται ανάλογα και στις κοινωνικοοικονομικές διεργασίες της εποχής. Το κενό εξουσίας που δημιουργεί η εξάλειψη των μεγαλεμπόρων και η αποδυνάμωση του ενδιάμεσου κόσμου, καλύπτεται σταδιακά από την κτηνοτροφική ομάδα. Η επέκταση των βοσκοτόπων σε βάρος της γεωργικής γης, η οποία πρόσφερε το απαραίτητο συμπληρωματικό εισόδημα στις οικογένειες των τεχνιτών και των μικρεμπόρων, αποτελεί χαρακτηριστική εκδήλωση της ενδυνάμωσής της. Οι εντάσεις που προκαλούνται μεταξύ των κτηνοτρόφων και των υπολοίπων κατοίκων αποτυπώνονται κοινωνικά μέσα από τη διαίρεση του πληθυσμού σε δύο κοινωνικές κατηγορίες. Ωστόσο, η συγκυριακή πληθυσμιακή αύξηση δεν θα έχει συνέχεια. Οι συνοριακές ανακατατάξεις των αρχών του 20ού αιώνα και η μετάβαση της ελληνικής υπαίθρου στη βιομηχανική εποχή, άμεση συνέπεια  της οποίας αποτελεί η αποδιάρθρωση του ορεινού κόσμου, επιφέρει σταδιακά  σημαντική συρρίκνωση του πληθυσμού (βλ. Πίνακα 1). Το κλείσιμο του δημοτικού σχολείου το 1981 σηματοδοτεί την πλήρη δημογραφική παρακμή του.

Σήμερα ένας μικρός πυρήνας κτηνοτροφικών οικογενειών, ο οποίος διατηρεί σημαντικό κτηνοτροφικό κεφάλαιο, απαρτίζει μόνιμα ή εποχιακά την πληθυσμιακή  βάση του χωριού. Από την άλλη πλευρά, η διάνοιξη κάποιων δρόμων τα τελευταία χρόνια  διευκόλυνε την προσέγγιση των επισκεπτών, οι οποίοι ανακαλύπτουν έναν οικισμό με μοναδικά αρχιτεκτονικά και περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά. Η γκρίζα πέτρα, κύριο υλικό δόμησης,  αντιπαρατιθέμενη με τις γκρίζες αποχρώσεις των επιβλητικών ασβεστολιθικών όγκων του Περιστερίου, της Κακαρδίτσας και των Τζουμέρκων, διαμορφώνει έναν μοναδικό οπτικό ορίζοντα (βλ. Εικόνες 2 και 3). Ο οικισμός στο σύνολό του αποτελεί μνημείο, γι' αυτό κι έχει κηρυχθεί διατηρητέος. Σπίτια,  εκκλησιές,  μοναστήρια, πύλες, βρύσες, καλντερίμια και γεφυράκια πάνω από υδάτινες ροές, του προσδίδουν ιδιαίτερη αρχιτεκτονική ταυτότητα (βλ. Εικόνες  4, 5 και 6), η οποία αποτελεί πόλο έλξης ενός συνεχώς αυξανόμενου ρεύματος επισκεπτών.  Η ανοικοδόμηση των παλιών σπιτιών, η επισκευή των δρόμων, οι ξενώνες και τα μαγαζιά που δημιουργούνται προσαρμοσμένα απόλυτα στην τοπική αρχιτεκτονική (βλ. Εικόνες 7 και 8), αναδεικνύουν την τουριστική ανάπτυξη σε κεντρική οικονομική επιλογή, η οποία ίσως θέσει τις βάσεις για μια νέα δημογραφική  ανάκαμψη.

Φ.Δ.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ

Ζάγκλη - Μπόζιου, Μ. (2005) Καλαρρύτες: ιστορία, αξιοθέατα, περιηγήσεις, Κοινότητα Καλαρρυτών.

Θεσπρωτός, Κ., Ψαλίδας, Α. (1964) Γεωγραφία Αλβανίας και Ηπείρου, Ιωάννινα: Ε.Η.Μ.

Κρυστάλλης, Κ. (1915/1986) Οι Βλάχοι της Πίνδου, Αθήνα: Δαμιανός.

Leake, W. M. (1967) Travels in northern Greece, vol. 1, Amsterdam: Α.Μ. Ηakkert- Publisher (φωτογραφική ανατύπωση).

Νιτσιάκος, Β., Αράπογλου, Μ., Καρανάτσης, Κ. (1998) Νομός Ιωαννίνων, σύγχρονη πολιτιστική γεωγραφία, Γιάννινα: Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ιωαννίνων.